Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2008

Το ταξίδι σου…

Image

Με κομμένα τα φτερά συνεχίζεις το ταξίδι σου…
Μόνη.. διαβάτισσα σε ένα κόσμο σύντομο…
Αντικρίζεις ένα φεγγάρι μαύρο… έναν ουρανό σκοτεινό…
Ψάχνεις απελπισμένα να βρεις ένα μονοπάτι… το δικό σου μονοπάτι, που θα είναι η λύτρωση σου…

Αναπολείς στιγμές του παρελθόντος.. τότε που όλα ήταν όμορφα..
Τότε που το χαμόγελο έκανε τα μάτια σου να λάμπουν,,,
Τότε που είχες νόημα να υπάρχεις… τότε που όλα είχαν χρώμα…
Τότε που η πίστη σου, ήταν η δύναμη σου…
Αναπολείς τα 36 χρόνια της ζωής σου…
Πάντα υπήρχαν πίκρες, λύπες, θάνατος… που μάτωναν τη καρδιά σου..
Ποιος δε τα έζησε αυτά;; Ποιος δε γεύτηκε τον πόνο;;
Έτσι όμως ήταν η ζωή πάντα, σου έλεγαν… κι έπρεπε να τα δεχόμαστε όλα…
Κι εσύ τα δεχόσουν.. κρατώντας στη μνήμη σου όμορφες στιγμές και συνέχιζες το δρόμο σου…

Τώρα όμως; Τώρα ο πόνος ξαναχτυπά τη δική σου πόρτα επίμονα…
Την κλείνεις κατάμουτρα, βίαια… αλλά δε καταφέρνεις να τον κρατήσεις
απ ‘έξω…. Έχει τον τρόπο του να εισβάλλει…
Σε διάλεξε ανάμεσα σε άλλους και δεν έχεις τη δύναμη να τον αποτρέψεις….
Σου επιβάλλει να τον δεχτείς…
Πονάς.. αλλά δε μπορείς να σωθείς από τις μαχαιριές του..
που έχουν κατακρεουργήσει όλο το κορμί σου.. έχουν ματώσει τη ψυχή σου…
Κι εσύ δε μπορείς να κανείς τίποτα πια…
Αναζητάς την αγκαλιά της μάνας… το στοργικό χάδι του πατέρα …
Αλλά κι εκείνος δεν υπάρχει πια…. Ίσως σύντομα να βρεθείς κοντά του…
Είναι νωρίς ακόμα για να “ταξιδέψεις” εκεί… αλλά και πάλι δεν αποφασίζεις εσύ…

Πονάς, πονάς πολύ… προσπαθείς να κρυφτείς… δε θες να πληγώνεις αγαπημένα σου πρόσωπα..
Κοιτάς τον ουρανό σου με μάτια θλιμμένα.. σε τρομάζει το σκοτάδι του….
Ψάχνεις το φεγγάρι σου.. που για άλλους λάμπει κι είναι ο έρωτας..
για σένα είναι μαύρο κι είναι ο πόνος…
Ψάχνεις για τα φτερά σου… θες να προσπαθήσεις να τα κολλήσεις..
Στηρίζεις μια μικρή ελπίδα σου σ ‘αυτά….

Συνεχίζεις το δρόμο σου… δε ξέρεις που πας αλλά συνεχίζεις..
Διψάς για ζωή.. διψάς για όνειρα…
Όνειρα… κι αυτά σου τα γκρέμισαν, σου τα κομμάτιασαν..

Αγγίζεις τ αγαπημένα σου λουλούδια, τις μαργαρίτες σου..
-έχεις και το όνομα τους- μα κι αυτά είναι μαραμένα σαν εσένα…
λες και σε νιώθουν, λες και ξέρουν…
χαμογελάς στις μαργαρίτες σου, με ένα χαμόγελο πικρό και συνεχίζεις…

Έφτασες στη θάλασσα.. σταματάς….
πόσο όμορφη και γαλήνια φαντάζει στα μάτια σου..
Αλλά μόνο εσύ γνωρίζεις πόσο ύπουλη είναι..
Μόνο εσύ κι αυτή γνωρίζετε το μυστικό.. πόσο πολύ αλήθεια την μισείς…
Σε κοιτάει κι εκείνη ήρεμα, λες και γαλήνεψε μόνο για σένα..
λες και θέλει να σου ζητήσει συγνώμη για τον πόνο που σου έδωσε…
εσύ όμως δεν μπορείς να την συγχωρέσεις, δε μπορείς να ξεχάσεις..
πώς να ξεχάσεις ότι είναι ο τάφος,
του πιο αγαπημένου προσώπου της ζωής σου..
Τη κοιτάς επίμονα με ένα βλέμμα που δε ξέρεις ούτε κι εσύ πια τι σημαίνει…
είναι πόνος, είναι μίσος, περιφρόνηση, απλά απογοήτευση,
η μήπως μια κρυφή ελπίδα να ξαναδείς μέσα της ότι πολυτιμότερο σου πήρε; Τον πατέρα σου!!
24 χρόνια απουσίας, 24 χρόνια πόνος…

Ταξίδευες πατέρα, σε τόπους μακρινούς
τη θάλασσα αντίκριζες, σ’ άλλους ουρανούς
τον κόσμο επιθυμούσες, όλον να γνωρίσεις
όλο το σύμπαν ήθελες να το κατακτήσεις

Ταξίδευες πατέρα, με γρήγορους ρυθμούς
να φτάσεις ήθελες, σε άλλους ωκεανούς
με τα καράβια θα ‘βλεπες, όσα λαχταρούσες
αχ και να το ‘ξερες, πως δεν θα ξαναγυρνούσες

Ρ
Στη θάλασσα ψάχνω και πάλι να σε βρω
τα μάτια σου για μια φορά να ξαναδώ
τη θάλασσα μια σιωπή την κυριεύει
η σκέψη ξανά, με τα κύματα παλεύει

Κλείνω τα μάτια μήπως σε ονειρευτώ
να σου φωνάξω πάλι πόσο σ αγαπώ
η θάλασσα και πάλι μ’ απογοητεύει
η ψυχή μου πατέρα , ακόμα σε γυρεύει

Αναρωτιέσαι.. έφταιγε στ αλήθεια εκείνη;
Ξαφνικά νιώθεις την ανάγκη να την αγαπήσεις και να τη συγχωρήσεις..
Ίσως κατά βάθος πάντα να την αγαπούσες παρ ‘όλο το κακό που σου έκανε, αλλά δεν το παραδεχόσουν..
Της ρίχνεις ένα ακόμα βλέμμα.. αυτή τη φορά της χαμογελάς,
μαζί με ένα δάκρυ και συνεχίζεις…

Δε γνωρίζεις ακόμα ποιος είναι ο προορισμός σου.. δε ξέρεις που θα καταλήξεις αλλά συνεχίζεις το ταξίδι σου…

Στη μνήμη σου εισβάλλουν κι άλλες εικόνες από το πρόσφατο παρελθόν..
Ένα χειρουργικό κρεβάτι, το κρεβάτι του πόνου..
γιατροί μέσα στις άσπρες τους ποδιές.. που εσύ τις έβλεπες μαύρες..
να περπατάνε γύρω από σένα…
Τους ακούς να μιλάνε.. δε καταλαβαίνεις τίποτα από όσα λένε..
αλλά ποιος νοιάζεται γι αυτό..
Τα μάτια σου βαραίνουν.. κλείνουν..
Το τελευταίο που προλαβαίνεις να θυμηθείς είναι,
πως έξω από τη μεγάλη ερμητικά κλειστή πόρτα βρίσκεται μια αθώα ψυχούλα εντελώς μόνη.. η μονάκριβη σου!!
Πριν κλείσει η πόρτα, πρόλαβες και είδες τα όμορφα ματάκια της κλαμένα..
Ράγισε η ψυχή σου.. δε θα συγχωρέσεις ποτέ τον εαυτό σου για τον πόνο που εξαιτίας σου υπέστη..
Δε προλαβαίνεις να σκεφτείς τίποτα άλλο.. τα μάτια έκλεισαν…

Ξάφνου βλέπεις κάτι να λάμπει.. μια τεράστια λάμψη, φωτίζει το δρόμο σου..
Το μονοπάτι σου ξεχωρίζει πεντακάθαρα…
Έχεις προορισμό, τον πιο σημαντικό στη ζωή σου!
Έχει και όνομα.. Ζωή! Ναι, Ζωή.. όπως η ύπαρξη του κάθε ανθρώπου.
Ξεχνάς τα πάντα και η μόνη σου λαχτάρα είναι να βρεθείς για λίγο στην αγκαλιά της.. “Τρέχεις” για να προφτάσεις... φοβάσαι πως θα σβήσει το φως ξαφνικά και θα χάσεις και πάλι τον δρόμο σου…

Θυμάσαι ξανά τα λόγια της:
Μανούλα μου δε θέλω να φύγεις και να με αφήσεις μόνη..
Μην εγκαταλείπεις τη πίστη σου, μην εγκαταλείπεις εμένα!
Σε χρειάζομαι!


Έχεις ζήσει την απώλεια στο μεγαλείο της και δε θέλεις να δώσεις τον ίδιο πόνο στη κόρη σου..
Τα δάκρυα τρέχουν ποτάμι στα μάτια σου κι εσύ τρέχεις να προλάβεις…
Σου φτάνουν ένα χάδι από τα χέρια της κι ένα φιλί της για να ξεχάσεις όλους φόβους σου, όλους τους πόνους που σε βασανίζουν.
Η μόνη δύναμη που μπορεί να σε κρατήσει όρθια είναι η ύπαρξη της!
Δεν έχεις το δικαίωμα να της προσφέρεις τον πόνο.

Κι αν ακόμα σβήσει το φως.. εσύ είσαι σίγουρη,
ξέρεις πως θα τον βρεις τον δρόμο σου.. κι έχει όνομα… ΖΩΗ!!!

© Μαργαρίτα 12-9-2007

Ο Ήλιος μου και το Φεγγάρι μου…

Image

Φεγγάρι μου…

Πάλι κάθισα να γράψω.. Να γράψω? Τι? Πως?
Με τι χέρια? Με τι συναισθήματα? Με τι ψυχή?
Με αυτή που έκανες κομμάτια? Με αυτή που δολοφόνησες?
Με αυτή που εγκατέλειψες σε μια γωνιά..
χωρίς να σκεφτείς πως θα μπορέσει να ζήσει χωρίς το φεγγάρι της?

Γιατί φεγγάρι μου? Ακόμα με βασανίζουν τα αμέτρητα ΓΙΑΤΙ…
Εμφανίστηκες όταν είχε πάψει να λάμπει ο Ήλιος μου,
Όταν ο ουρανός μου είχε σκοτεινιάσει..
όταν δεν έβλεπα το φεγγάρι μου…

Όταν όλα ήταν μαύρα γύρω μου…

Εμφανίστηκες τότε και μου υποσχέθηκες
πως μαζί θα ζωγραφίζαμε τον κόσμο..
Θα βάζαμε χρώμα στο κατάμαυρο της ψυχής μου…

Δε μου ταίριαζε το μαύρο, είχες πει..
Θυμάσαι φεγγάρι μου?

Εμένα μου ταίριαζε το κόκκινο έλεγες..
Μου ταίριαζε η φωτιά…

Φωτιά? Πόσες φορές μας έκαψε εκείνη η φωτιά…

Άνοιξα τα μάτια ένα πρωί και αντίκρισα το θαύμα…
Το δικό σου θαύμα..

Ο ήλιος έλαμπε στον ουρανό μου.. ο δικός μου ήλιος ήταν χρυσός!!!
Δε τολμούσα να το πιστέψω…. φοβόμουν να το πιστέψω..
Μου είπες να μη φοβάμαι…
Μου υποσχέθηκες πως έτσι θα ήταν από εκείνη τη στιγμή ο ήλιος μου,
Ο δικός μας ήλιος… Χρυσός!!!

Σε πίστεψα.. πάντα σε πίστευα…

Άρχισα να κάνω πάλι όνειρα..
άρχισα να ζωγραφίζω με το δικό σου χέρι τον κόσμο..
Όλα είχαν χρώματα πλέον.. δεν έβλεπα πουθενά το μαύρο…
Αυτό που μισούσα… αυτό που μου θύμιζε τον πόνο…

Αυτό ήταν όμως το μεγάλο μου λάθος …

Ζωγράφιζα με το δικό σου χέρι… και όχι με το δικό μου…
Έβλεπα με τα δικά σου μάτια.. και όχι με τα δικά μου…
Γελούσα με το δικό σου γέλιο… και όχι με το δικό μου…

Προχωρούσα με τη δική σου δύναμη… και όχι με τη δική μου…
Το ήξερες αυτό αλλά δε μίλησες… δε με προειδοποίησες..
Δε μου άνοιξες τα μάτια…
Δε μου είπες πως πρέπει να πάρω τη ζωή μου στα δικά μου χέρια….
Μ άφησες να ζω σε ένα όνειρο.. σε μια οφθαλμαπάτη…
Που είσαι τώρα φεγγάρι μου?
Που είναι ο ήλιος μου?
Που είναι τα χρώματα μας?
Γιατί όλα είναι μαύρα γύρω μου?
Γιατί σκοτείνιασε πάλι ο ουρανός μου?
Που είναι ο φύλακας άγγελος μου?
Γιατί με εγκατέλειψε?
Σβήνω..
Σβήνω σιγά – σιγά και δε μπορώ να σου φωνάξω πόσο σ αγαπώ..
Πόσο πολύ σε χρειάζομαι…
Δε θα μπορέσω να σου το ξαναπώ ποτέ..
Που είναι τα μάτια σου φεγγάρι μου?
Μια φορά μόνο να τα κοίταγα και να χανόμουν μέσα τους..
Μια φορά τελευταία …
Που είναι τα χέρια σου άγγελε μου?
Να με κρατήσουν σφιχτά τώρα που φοβάμαι?
Ναι, φοβάμαι.. το ομολογώ…
Εγώ η δυνατή, εγώ η σκληρή όπως έλεγες….
Για ποια δύναμη μιλούσες φεγγάρι μου?
Για ποια σκληρότητα?
Γιατί με εγκατέλειψαν όλα?
Πονάω φεγγάρι μου…
Δε ξέρω ποιος πόνος είναι πιο δυνατός…
Ο σωματικός η ο ψυχικός…
Μα τι ρωτάω?
Ποιος σωματικός? Ποιος μπορεί να τον νιώσει αυτόν?
Όταν η ψυχή είναι χίλια κομμάτια?
Όταν αιμορραγεί από τις μαχαιριές?
Πως μπορεί να συγκριθεί ο σωματικός πόνος μπροστά στη ψυχή?

« Η γαλήνη της ψυχής, είναι το καράβι
που μας βγάζει έξω από τρικυμίες της θάλασσας
του σώματος και του μυαλού..
Όλα θα πάνε καλά…
Μη σε πτοεί η ανηφόρα …
Στη κορυφή σε περιμένει η ανταπόδοση της καλοσύνης σου..
Όλα θα γίνουν όπως θέλει ο Θεός!
Και να ‘σαι σίγουρη πως όλα θα πάνε καλά..
Λίγες ανηφόρες μας έβαζε πάντα να διαβαίνουμε στη ζωή μας…»

Θυμάσαι φεγγάρι μου?
Εσύ τα είπες αυτά τα λόγια….
Με την υπόσχεση να είσαι πάντα κοντά μου..


Που είσαι τώρα??
Τώρα που η ψυχή μου δεν αντέχει άλλο?
Τώρα που η καρδιά μου με προδίδει και αυτή?
Σου χάρισα τη ζωή μου κι εσύ τη πήρες και έφυγες μακριά…
Δεν άντεχες είπες να πονάς…
Κι εγώ? Εμένα με σκέφτηκες που πονούσα?
Που ακόμα πονάω?
Έσβησε το φεγγάρι μου..
Έσβησε ο ήλιος μου…
Έσβησαν τα χρώματα…
Μαύρο, μαύρο, μαύρο…
Παντού γύρω μου το ΜΑΥΡΟ..
Όλα μαύρισαν χωρίς εσένα φεγγάρι μου…
Τον ήλιο δεν θα τον ξαναδώ Χρυσό…
Τα χρώματα δε θα τα αντικρίσω ξανά..
Το φεγγάρι μόνο έμεινε κοντά μου…
Αλλά τώρα δεν λάμπει πια..
Τώρα είναι μαύρο…
Το δικό μου Μαύρο φεγγάρι….

© Μαργαρίτα.. 18-5-2005